Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

ΣΑΝΤΡΟ, το... τσιγγανό-βασιλόπουλο

Το εξώφυλλο του τόμου του περιοδικού του
1945, δια χειρός Θ. Ανδρεόπουλου.
Το εβδομαδιαίο νεανικό περιοδικό ποικίλης ύλης “Ελληνόπουλο” εκδόθηκε τον Απρίλιο του 1945 και στα πρώτα του τεύχη αντανακλούσε τη μιζέρια του τύπου της Κατοχής που είχε λήξει μόλις έξι μήνες πριν, καθώς και τις συνέπειες από τον δεύτερο γύρο του Εμφυλίου που είχε ξεσπάσει τον Δεκέμβριο και είχε καταλαγιάσει ούτε δυο μήνες πριν.
Φτωχικά και ανεπαρκή μέσα εκτύπωσης, λιγοστές σελίδες και έλλειψη χαρτιού αρκετά συχνά.
Η πορεία του περιοδικού δεν υπήρξε ιδιαίτερα μεγάλη. Μόλις επτά χρόνια, αλλά υπήρξε “ταραχώδης” και άφησε τη σφραγίδα του στον ελληνικό παιδικό τύπο. Από το πέμπτο φύλλο το περιοδικό πέρασε στον εκδοτικό οίκο “Δ. Δημητράκου”, αφού προηγουμένως είχε κλείσει για ένα μήνα προκειμένου να προετοιμαστεί καλύτερα.
Αυτά σαν πρόλογος και εισαγωγή για ένα περιοδικό που σύντομα θα παρουσιαστεί αναλυτικά η ιστορία του.
Να πούμε για την ώρα μερικά εισαγωγικά σχετικά με την ανάρτηση που ακολουθεί.


Από το 5ο τεύχος, που την έκδοσή του την ανέλαβε ο “Αρχαίος Εκδοτικός Οίκος Δ. Δημητράκου”, το περιοδικό ανανεώθηκε ριζικά.
Ένα από τα καινούργια θέματα που προστέθηκαν ήταν το εικονογραφημένο ανάγνωσμα περιπέτειας. σαν στριπ στο υποσέλιδο των σελίδων 10-11.
Σαν παρένθεση: το εικονογραφημένο ανάγνωσμα δεν είναι ακριβώς κόμικ, δεν είναι ακριβώς κείμενο-σεντόνι. Είναι και τα δύο. Κάθε εικόνα αντιστοιχεί και σε ένα σύντομο κείμενο, που βρίσκεται από κάτω της και που δεν είναι λεζάντα, αλλά συνεχές από το προηγούμενό του και με το επόμενό του. Από την άλλη μεριά η  διαδοχή των εικόνων λειτουργεί σχετικά αυτόνομα, όπως στο κόμικ, δηλαδή και χωρίς το κείμενο η υπόθεση αποκλειστικά από τις εικόνες είναι σχεδόν κατανοητή. Κάποιες από τις πληροφορίες που περιέχονται στις εικόνες αναφέρονται συνήθως και στο κείμενο ανάμεικτα με τους διαλόγους. Αυτά σαν παρένθεση για το εικονογραφημένο ανάγνωσμα, που κυριαρχούσε στη θέση του κόμικ πριν εμφανιστούν τα “μπαλονάκια” ή “συννεφάκια”.
Το πρώτο εικονογραφημένο ανάγνωσμα στο “Ελληνόπουλο”, ο "Σάντρο" ανατέθηκε στην δυάδα Σοφίας Παπαδάκη-Μαυροειδή (κείμενο) και Θέμο Ανδρεόπουλο (εικονογράφηση).
‘Ηταν η πρώτη συνεργασία της καταξιωμένης, από τότε, λογοτέχνιδας και του νεαρού (28χρονου) ταλαντούχου εικονογράφου, που συνεχίστηκε και σε άλλα εικονογραφημένα αναγνώσματα τόσο στο “Ελληνόπουλο”, όσο και στον “Θησαυρό των Παιδιών”, καθώς και στην εκδοτική προσπάθεια του Ανδρεόπουλου, το “Ταμ Ταμ”.
Ο “Σάντρο”, σύμφωνα με τον προσδιορισμό του, είναι ένα μεσαιωνικό παραμύθι, που προσωπικά μου είναι άγνωστο, με τόπο δράσης μάλλον την Ισπανία, αν και τα παραμύθια δεν έχουν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο δράσης, σε 86 εικόνες, που από τη 41η και μετά είναι έγχρωμες.
Η αφήγηση, παρά το γλαφυρό κείμενο της Παπαδάκη-Μαυροειδή, θυμίζει πράγματι απλοϊκή αφήγηση παραμυθιού για μικρά παιδιά, ενώ το σκίτσο το Ανδρεόπουλου παρότι έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη γραμμή του έχει αδυναμίες στην έκφραση και στην κίνηση. Δείχνει πρωτόλειο, ενώ το μικρό σχετικά μήκος του και η μορφή στριπ εμποδίζουν την εικαστική ανάπτυξη ενός αφηγηματικού ντεκουπάζ. Το αμέσως επόμενο εικονογραφημένο ανάγνωσμα της συνεργασίας των δύο δημιουργών, ο “Κάπταιν Μπλουντ” είναι σαφώς βελτιωμένο σε όλα τα επίπεδα.
Όπως και να έχει ο “Σάντρο” έχει την αξία ντοκουμέντου σε ένα είδος που η μεν Παπαδάκη-Μαυροειδή το εξέλιξε στα σενάριά της για τα “Κλασσικά Εικονογραφημένα” λίγα χρόνια αργότερα, ενώ ο Ανδρεόπουλος μέσω των δικών του περιοδικών “Ταμ Ταμ” και “Κινηματογραφικά” το ανέδειξε στο σχεδόν μοναδικό δείγμα εικονογραφημένου αναγνώσματος ελληνικής γραφής.
Ετούτη η ανάρτηση του “Σάντρο” αφιερώνεται στον φίλο Λευτέρη Ταρλαντέζο ως αντίδωρο σε παλαιότερη ανάρτησή του στο blog του History of Comics αφιερωμένη σε μένα.
Ο λόγος είναι ότι ο Λευτέρης είναι και “συλλεκτομανής” των εικονογραφήσεων του Θέμου Ανδρεόπουλου….

σημ. η μέτρια ποιότητα στην εμφάνιση των στριπς οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην ποιότητα της εκτύπωσης του περιδικού και στον... πανδαμάτορα χρόνο των 67 χρόνων που έχουν περάσει πάνω από τον χιλιοδιαβασμένο παλιό τόμο. Κατά ένα άλλο μέρος οφείλεται και στην επεξεργασία των σκαναρισμένων εικόνων, όπου δεν μπορούσε να βρει ένα standard φωτισμού από πάνελ σε πάνελ.





























Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

ΚΑΙ Η ΖΟΥΓΚΛΑ ΘΕΛΕΙ ΤΟΝ ΓΚΑΟΥΡ ΤΗΣ!

Ζούγκλες με κάθε λογής Ταρζάν υπάρχουν πολλές. Στον κινηματογράφο, στα κόμικς στα λαϊκά φυλλάδια, στα βιβλία… Ζούγκλα με Γκαούρ υπάρχει μόνο μία!.. Αυτή που έστησε ο Νίκος Ρούτσος τέσσαρες φορές σε διάστημα έντεκα χρόνων από το 1950 ίσαμε και το 1961 και για κάποιους μήνες προσπάθησε να αναβιώσει το 1981... Συνολικά σε 222 τεύχη.
Ίσως, χωρίς τον “μελαψό Έλληνα γίγαντα Γκαούρ” η ζούγκλα του Νίκου Ρούτσου να ήταν μια από τις πολλές. Να είχε καταγραφεί στην ιστορία των ελληνικών λαϊκών παιδικών περιοδικών της χρυσής εποχής τους ως απαρατήρητη… Με τον Γκαούρ, το περιοδικό περιπετειών ζούγκλας ελληνικής γραφής “Γκαούρ Ταρζάν” έγινε ο εμβληματικός τίτλος στην κατηγορία του.
Ο “Ο Δεινοθήσαυρος, ο ρετρο-συλλεκτομανής” μπαίνοντας στον δεύτερο χρόνο της παρουσίας του στον κυβερνοχώρο, καθιερώνει σειρά συνεργασιών με διακεκριμένους μελετητές της παραλογοτεχνίας. Τις συνεργασίες αυτές εγκαινιάζει ο Νίκος Ζωιόπουλος συγγραφέας του βιβλίου “Τα Χάρτινα Όνειρα των Παιδικών μας Χρόνων” (2000).
Ο Νίκος Ζωιόπουλος ξαναστήνει τα σκηνικά της ζούγκλας του Ρούτσου κάνοντας μια λεπτομερή αναδρομή στην ιστορία του περιοδικού, που επισκίασε κάθε άλλο ανταγωνιστικό του και παραμένει γνωστό ίσαμε σήμερα, ακόμα και σε αυτούς που δεν το διάβασαν ποτέ.

του ΝΙΚΟΥ ΖΩΪΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΠΟ ΤΑΡΖΑΝ ΤΟΥ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΥ ΑΡΧΕΣΘΑΙ…
Ταρζάν…ο Ταρζάν των πιθήκων…το παιδί της ζούγκλας…ο άρχοντας της ζούγκλας!!! Είναι πολλές οι προσωνυμίες που τού έδωσαν οι χιλιάδες ανά την υφήλιο φανατικοί φίλοι του κι άλλα τόσα τα αντίγραφά του· βασιλιάδες της ζούγκλας κι αυτοί, αν και ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν σαν επίσημοι διάδοχοί του.
Ο θρυλικός αυτός ήρωας, αγαπημένος μικρών και μεγάλων, είναι δημιούργημα τού αμερικανού συγγραφέα Έντγκαρ Ράϊς Μπάρροους (1875-1950) Στην Ελλάδα έγινε ευρύτερα γνωστός κυρίως από κινηματογραφικές ταινίες (βωβές αρχικά,  ομιλούσες στη συνέχεια). Ο πιο αντιπροσωπευτικός κινηματογραφικός Ταρζάν ήταν φυσικά ο ηθοποιός Τζόνι Βαϊσμίλερ, πρωταθλητής της κολύμβησης, με αθλητικό παράστημα και γεροδεμένο κορμί, που κυριολεκτικά αλώνιζε την απέραντη ζούγκλα καταδιώκοντας όλους τους κακούς (ληστές, φονιάδες, λαθροκυνηγούς κλπ), ενώ παράλληλα προστάτευε κάθε αδύναμο και αδικημένο. Με την βοήθεια των χορτόσκοινων που κρέμονταν απ’ τα δέντρα μπορούσε να πηδάει από κλαδί σε κλαδί και από δέντρο σε δέντρο, αναπτύσσοντας ιδιαίτερα μεγάλες ταχύτητες.
Ο ήρωας σύντομα απέκτησε  σύντροφο, την αγγλίδα Τζέϊν, ενώ στη συνέχεια εμφανίστηκε και ο γιος τους που μεγάλωνε μέσα σ’ αυτό το ειδυλλιακό  περιβάλλον με τον καλύτερο τρόπο.
Αχώριστος σύντροφος της παρέας ήταν  ο αρσενικός χιμπατζής Τσίτα, που χάριζε άφθονο γέλιο στους θεατές με τα αμίμητα καμώματά του. Ας σημειωθεί ότι ο Τσίτα δεν αναφερόταν σε κανένα απ’ τα βιβλία του συγγραφέα, άρα αποτέλεσε καθαρά κινηματογραφικό εύρημα.
Στον ρόλο της Τζέϊν δίπλα στον Βαϊσμίλερ  εμφανίστηκε για τις πρώτες έξη ταινίες της σειράς η πανέμορφη Μωρίν Ο’  Σάλιβαν (μέχρι το 1942), ενώ αργότερα τη σκυτάλη πήραν άλλες, όμορφες πάντα γυναίκες:   Η Φράνσις Γκίφορντ το 1943, η Νάνσι Κέλι επίσης το 1943, ενώ η Μπρέντα Τζόϊς έκλεισε τη σειρά με την παρουσία της στις υπόλοιπες 4 ταινίες (1945 – 1948).
Ο Βαϊσμίλερ γύρισε 12 συνολικά ταινίες σαν Ταρζάν από το 1932, όταν ήταν 28 χρονών, μέχρι και το 1948 όταν αισίως είχε φτάσει τα 44. Μετά εμφανίστηκαν στον ίδιο ρόλο πολλοί - άξιοι ή λιγότερο άξιοι - ηθοποιοί (όπως ο Λεζ Μπάρκερ, Γκόρντον Σκοτ  και άλλοι), αλλά κανένας δεν είχε την επιτυχία του Βαϊσμίλερ.
Δεν θα επεκταθούμε όμως άλλο στα κινηματογραφικά, αφού το θέμα μας είναι οι «γραφτές» περιπέτειες του ήρωα, δηλαδή τα βιβλία και -κυρίως- τα περιοδικά που κατάφεραν να κάνουν γνωστό και αγαπημένο σε μικρούς και μεγάλους τον θρύλο του Ταρζάν στην χώρα μα;.
Έτσι αρχικά βλέπουμε ότι το 1922  ο εκδότης Βουνησέας συγκέντρωσε σε ένα βιβλίο όλες τις γνωστές μέχρι τότε περιπέτειες του Ταρζάν. Κατόπιν ο Δημητράκος προχώρησε στην έκδοση πέντε αυθεντικών βιβλίων του Μπάρροους σε φυλλάδια αρχικά και σε τόμους κατόπιν, ενώ ο ΓιώργοςΤσουκαλάς έγραψε το 1935 δύο μυθιστορήματα με ήρωα τον πρώτο Ταρζάν ελληνικής καταγωγής, που επανεκδόθηκαν στη δεκαετία του ’70.

Ο πρώτος Έληνας Ταρζάν σε επανέκδο-
ση του 1971.
 
Στη συνέχεια δημοσιεύονται μικρές και μεγαλύτερες ιστορίες του Ταρζάν σε διάφορα περιοδικά («Μάσκα» Νο 128 α΄περιόδου, «Ιστορίες και παραμύθια» του Σαλίβερου Νο 18,  «Εφημεριδούλα των παιδιών».)
Το 1945-58 κυκλοφόρησαν δύο σειρές τευχών με περιπέτειες του Ταρζάν από τον Αριστοφάνη Παπαδημητρίου. Τα κείμενα ήταν ανώνυμες μεταφράσεις από αμερικανικά pulps όχι αποκλειστικά με ήρωα τον Ταρζάν στο πρωτότυπο, αλλά στη μετάφραση γινόταν… ταρζανοποίηση, που δύσκολα εντοπίζεται.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50 «Ταρζάν» βγάζει και ο Ρέκος στη Θεσσαλονίκη (εκτυπωτικά μια από τις πιο ερασιτεχνικές εκδόσεις που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα), βγάζει και ο τυπογράφοςΣπαχής σε μια προσεγμένη έκδοση όπου τις ιστορίες του Ταρζάν τις γράφει ο Αλέκος Κωστάκης (περιοδικό Εκλεκτά Παραμύθια- Οι αληθινές περιπέτειες του Ταρζάν).
 

                    ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Ο ΡΟΥΤΣΟΣ
                ΚΑΙ ΓΙΝΕΤΑΙ Ο ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ
 Τον Ιούλιο του 1950 ο εκδοτικός οίκος "Άγκυρα- Απόλλων Παπαδημητρίου" ρίχνει στην κυκλοφορία περιπτέρου, παράληλα με τα παραμύθια σε φυλλάδια ένα νέο περιοδικό, που έμελλε να γράψει ιστορία στο παιδικό λαϊκό ανάγνωσμα.
Νίκος Ρούτσος
 Συγγραφέας ο Νίκος Β. Ρούτσος, που ίσαμε τότε είχε γράψει για παιδικό αναγνωστικό κοινό μόλις κάποια παραμύθια στην «Άγκυρα» (τη σειρά εκείνη από την οποία ξεπήδησε το νέο περιοδικό σαν αυτόνομη έκδοση. Τίτλος του: "Ταρζάν".
Στη ιστορική αυτή σειρά όμως θα αναφερθούμε εκτενώς παρακάτω,  αφού αποτελεί το κύριο αντικείμενό αυτής της ανάρτησης. Προς το παρόν θα συνεχίσουμε να παραθέτουμε  διάφορα άλλα περιοδικά  με περιπέτειες του Ταρζάν, αλλά και άλλων ηρώων που κατά καιρούς επινοήθηκαν σαν υποκατάστατά του.
Στις 20-10-1950 ο εκδότης και συγγραφέας Δ. Περατζάκης κυκλοφόρησε μια σειρά με τίτλο «Ταρζάν – Περιπέτειες στη ζούγκλα», σε κείμενα δικά του καθώς και του Μ. Πριονιστή. Βγήκαν 2 σειρές: Η πρώτη έκανε 22 τεύχη, ενώ η δεύτερη που είχε τίτλο «Νέες περιπέτειες Ταρζάν» μόνο 6.
Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης σειράς των 56 τευχών «Ταρζάν» και «Ταρζάν - Γκαούρ» προέκυψε μια σοβαρή διαφωνία της «Άγκυρας» με τον Νίκο Ρούτσο και η συνεργασία τους σταμάτησε. Τότε η εταιρία προχώρησε στην έκδοση ενός νέου περιοδικού περιπετειών ζούγκλας, με τίτλο «Γκρέκο Ταρζάν» σε κείμενα του Πύρρου Μακρή. Χωρίς να σημειώσει επιτυχία, το περιοδικό έκανε μόνο 8 τεύχη.
 Αργότερα ο Ν. Ρούτσος συνεργαζόμενος με την εταιρεία των Γεωργιάδη – Ανεμοδουρά έγραψε κείμενα και για τα περιοδικά «Ο μικρός Ταρζάν» (1959) και «Ζούγκλα – Αληθινές περιπέτειες του Ταρζάν» (1963).
Μάσκα 1947
 Και τα δυο σημείωσαν αρκετή
 επιτυχία. Το πρώτο με το κλασσικό 16ο σχήμα (σχήμα τσέπης 12Χ17) έκανε 40 τεύχη, μόνο που ο Ρούτσος έγραψε έως και το 24. Συνεχίζοντάς το ο Πότης Στρατίκης μετέφερε τη δράση στη ζούγκλα της Ινδίας με πρωταγωνιστή τον Σάντρο, τον.. δίδυμο αδελφό του Ταμπόρ (δηλαδή του Ελληνοταρζάν, του Αφρικανού). Η μόνη σχέση του περιοδικού με τον Ταρζάν είναι ο μισός τίτλος της έκδοσης. Το δεύτερο κυκλοφόρησε σε μεγάλο σχήμα με ανάπτυξη εξωφύλλου στο οπισθόφυλλο (wrap cover)  έκανε 24 τεύχη.

Μια από τις πιο διάσημες
αυθεντικές περιπέτειες
του Ταρζάν. Έγινε ταινία,
κόμικ και εκδόθκε στα
ελληνικά σε πέντε
τουλάχιστον εκδοχές.
 Ο εκδοτικός οίκος «Πηδάλιο πρες» του Δραγούνη κυκλοφόρησε δύο μεγάλες σειρές τευχών και τόμων. Η πρώτη σειρά ονομαζόταν «Ταρζάν», αλλά στην πραγματικότητα αφορούσε τις περιπέτειες ενός γαλλικής σύλληψης ήρωα με το όνομα Ζέμπλα. Έβγαινε από τον Δεκέμβριο του 1969 μέχρι το 1974 και έκανε 252 τεύχη.
Η σειρά δεύτερη αφορούσε τον γνωστό Ταρζάν του Μπάρροουζ, πράγμα που σημειωνόταν και στο εξώφυλλο. Έβγαινε σε 15νθήμερη και μηνιαία έκδοση για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Δεν θα επεκταθούμε άλλο, ούτε θα κάνουμε αναφορές στα τόσα διάφορα άλλα «υποκατάστατα» του Ταρζάν. Κλείνοντας λοιπόν το θέμα, αναφέρουμε ότι λίγο μετά την αρχή του 21οι αιώνα, συγκεκριμένα στο 2007 ο  οίκος «Περιοδικός Τύπος»  του Γιώργου Ανεμοδουρά στα πλαίσια μιας φιλόδοξης σειράς με γενικό τίτλο «Σειρά ΚόμικςΚλασσικοί Ήρωες» αφιερωμένη στους  δημοφιλείς ήρωες της κλασικής παραλογοτεχνίας, που ωστόσο έμεινε στα δυο πρώτα εκδοθέντα τεύχη, παρουσιάζει το πρώτο άλμπουμ των αυθεντικών ιστοριών του Ταρζάν σε εικονογράφηση του Ρας Μάννινγκ. Το πρώτο και μοναδικό με θέμα τον Ταρζάν είχε τίτλο «Ο βασιλιάς των πιθήκων» Θα ακολουθούσε μια ακόμα γνωστή περιπέτεια «Οι Θησαυροί της Οπάρ», πάλι σε εικονογράφηση του Μάννινγκ έχοντας ως παράρτημα και μερικά πάνελ της ίδιας περιπέτειας εικονογραφημένης από τον Γκόραθ το 1942.

 ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΓΚΑΟΥΡ ΤΑΡΖΑΝ
Διάσημο περιοδικό, δημιούργημα του ευφάνταστου και πολυγραφότατου συγγραφέα Νίκου Β. Ρούτσου.  Πρωτοκυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο «Άγκυρα», του Απόλλωνα Παπαδημητρίου, το 1950.
Στα πρώτα τεύχη ο τίτλος ήταν «ΤΑΡΖΑΝ», με υπέρτιτλο ¨ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΑΓΚΥΡΑΣ» και υπότιτλο «ΝΕΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ». Στα πρώτα τεύχη με εικονογράφηση Ν. Νείρου στο εξώφυλλο και Θ. Ανδρεόπουλου στις μέσα σελίδες, ο Γκαούρ δεν υπάρχει. Ο μελαψός Έλληνας Γκαούρ δεν θα αργήσει, όμως να κάνει την εμφάνισή του και σταδιακά θα πάρει ρόλο συμπρωταγωνιστή, αλλά στη μαρκίζα του εξωφύλλου το όνομά του θα αργήσει αρκετά.  Μετά το 40ο τεύχος και δεύτερο στη σειρά μιας και σε τέτοιες περιπτώσεις δεν λαμβάνεται υπόψη η… αλφαβητική σειρά, αν και ο πρώτος τίτλος που του αφιερώνεται -«Η εκδίκηση του Γκαούρ»- εντοπίζεται στο 26ο τεύχος  
Στην εικονογράφηση ο Απτόσογλου (Byron) διαδέχτηκε τον Ανδρεόπουλο (ο οποίος έχοντας ήδη αποχωρήσει και από το «Ελληνόπουλο/Θησαυρός των Παιδιών» ετοίμαζε το δικό του εικονογραφημένο περιοδικό το «Ταμ-Ταμ»).

Για μια σειρά τευχών το περιοδικό φιλοξενούσε στην εσωτερική σελίδα του εξώφυλλου τις περιπέτειες του Κουταλιανού («Τα θρυλικά κατορθώματα του Έλληνα γίγαντα») με μορφή κόμικ και στη μέσα σελίδα του οπισθόφυλλου τις περιπέτειες του κόντε Τζουτζούκου, του ατρόμητου κυνηγού αγρίων πεταλούδων σε κόμκ συνεχειών. Ο Τζουτζούκος ήταν ένας περιφερειακός χιουμοριστικός χαρακτήρας του αναγνώσματος «Ταρζάν», χωρίς ωστόσο να μπορέσει να επισκιάσει τη δημοτικότητα του    Ποκοπίκο, ο οποίος είχε και την… ευθύνη του εβδομαδιαίου editorial του περιοδικού με τη στήλη «Ομιλεί  ο Ποκοπίκο».
Η εικονογράφηση του κόμικ ήταν του Νίκου Νείρου.
Σε όλη τη διάρκεια της έκδοσής του το περιοδικό άλλαξε αρκετές φορές κασέ ή συμπληρωματική ύλη, που έφτασε σε όγκο να καλύπτει ακόμα και το μισό περιοδικό.
Η έκδοση διακόπηκε στο 56ο τεύχος (αν και η αλήθεια είναι ότι δεν είχε προαναγγείλει περισσότερα). Δηλαδή, κράτησε δεκατρείς μήνες.
Είχε έρθει πια η ώρα για τον Ρούτσο να δοκιμάσει την τύχη του σαν εκδότης – συγγραφέας. Η μέθοδος αυτή ήταν γνωστή σαν «αυτοχρηματοδότηση» και συνηθίζονταν πολύ τα χρόνια εκείνα.. Έτσι περνάμε στην 2η περίοδο.

               Η ΖΟΥΓΚΛΑ ΜΕΤΑΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΕ ΠΕΔΙΟ
                             ΑΧΑΛΙΝΩΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ


Η λύση της συνεργασίας του με την Άγ-
κυρα δείχνει να ήταν από καιρό προαπο-
φασισμένη, αφού μια εβδομάδα μετά το
56ο και τελευταίο τεύχος του περιοδικού
"Ταρζάν-Γκαούρ" κυκλοφορεί σε δική του
εκδοτική προσπάθεια ο "Γκαούρ-Ταρζάν"
και το αφήγημα δείχνει να συνεχίζει από
εκεί που σταμάτησε η προηγούμενη έκδο-
ση. Από τις πρώτες κιόλας αράδες τα
πάντα είναι δεδομένα από πριν.
 Το  περιοδικό, με τίτλο  πλέον  «ΓΚΑΟΥΡ – ΤΑΡΖΑΝ» με έντονο πατριωτικό προσανατολισμό που τον τόνιζε με σλόγκαν του τύπου «Τιμή και υπερηφάνεια που γεννήθηκες Έλληνας» και μόνιμο ταυτοτικό υπότιτλο «Εβδομαδιαίο ελληνικό περιοδικό πατριωτικής πνοής», είχε στο εξώφυλλο  μια κεντρική ασπρόμαυρη εικόνα που απεικόνιζε σκηνές  ανάλογες με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τεύχους, ενώ γύρω υπήρχε ένα μονόχρωμο πλαίσιο, με διαφορετικό χρώμα σε κάθε τεύχος (διαδοχικές εναλλαγές σε πράσινο – κόκκινο – κίτρινο – μπλε, με διάφορες αποχρώσεις).
Στο πλαίσιο αυτό υπήρχαν οι φιγούρες των κυριοτέρων ηρώων του αναγνώσματος, ενώ στο πάνω μέρος υπήρχε ο τίτλος του περιοδικού, με τα κεφάλια του Γκαούρ και του Ταρζάν δεξιά και αριστερά. Το αφήγημα αν και ξεκίνησε με προδιαγραφές ζουγκλικού αναγνώσματος της εποχής, έστω και με αλλόκοτα πλάσματα που είχε προσθέσει αυθαίρετα στον κόσμο της ζούγκλας, ξεστράτισε σε πεδία επιστημονικής φαντασίας ανταγωνιζόμενος τον «Υπεράνθρωπο» του Ανεμοδουρά που κυκλοφορούσε ταυτόχρονα. Η εκδοτική κόντρα ανάμεσα στους δυο εκδότες-συγγραφείς είναι ίσως η μοναδική που έχει καταγραφεί τόσο φανερή και έντονη στα χρονικά του παιδικού λαϊκού εντύπου.
Η εσωτερική εικονογράφηση ήταν των Απτόσογλου (Byron), αρχικά, ο οποίος σχεδίαζε και τις εικόνες εξωφύλλου σε όλα τα τεύχη- μια από τις πιο καλές δουλειές του στο ασπρόμαυρο σκίτσο- και κατόπιν ο Μποσταντζόγλου ((Μποστ). Ο Byron “κρεάρησε” και τα πορτρέτα των ηρώων του αναγνώσματος.

Για μια σειρά τευχών το κεντρικό δισέλιδο, το σαλόνι που λένε, φιλοξενούσε αυτοτελή κόμικ με θέμα τις αστείες περιπέτειες του Τσιχλιμπόχλη, ενός ήρωα, που ναι μεν οι περιπέτειές του δεν έμειναν στην ιστορία του ελληνικού κόμικ, αλλά το όνομά του, στη δεκαετία του ’50, τουλάχιστο, ήταν συνώνυμο του γκαφατζή χαζοχαρούμενου στο νεανικό λεξιλόγιο.
Στην περίοδο αυτή κυκλοφόρησαν μόνο 52 τεύχη, αντί των 113 που είχε προγραμματίσει ο συγγραφέας – εκδότης και κατά το συνήθειό του προδημοσίευε κατάλογο με όλους τους μελλοντικούς τίτλους. Το αρχικό του πλάνο δεν ολοκληρώθηκε, για λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναφερθούν.

Σε αυτά τα τεύχη, ίσως θα πρέπει να προστεθούν και τα οκτώ 16σέλιδα τεύχη που κυκλοφόρησαν παράλληλα με το περιοδικό «Γκαούρ-Ταρζάν» με κεντρικό ήρωα τον Ποκοπίκο, ο οποίος διατηρούσε και προσωπική στήλη μέσα στο περιοδικό! Ήταν αναμφίβολα η μεγάλη βεντέτα που απειλούσε τη δημοφιλία του Γκαούρ. Με το «Γκαούρ-Ταρζάν» της δικής του έκδοσης ο Νίκος Ρούτσος άνοιξε νέους δρόμους επικοινωνίας και δεσμών περιοδικού-αναγνωστών με διαγωνισμούς, δώρα, συλλόγους γκαουρικών -ταρζανικών και έδωσε πρώτος στην Ελλάδα στους αναγνώστες του την ευκαιρία να γνωρίσουν το μαγνητόφωνο προσκαλώντας τους να εγγράψουν ηχητικά μηνύματα για τον απόδημο Ελληνισμό, που ο ίδιος θα φρόντιζε να τα στείλει σε Αμερική, Αφρική και Αυστραλία.
Το πρώτο τεύχος του περιοδικού είχε κυκλοφορήσει την Τρίτη 16 Οκτωβρίου 1951 και το 52ο και τελευταίο την Τρίτη 7 Οκτωβρίου 1952. Κυκλοφόρησε, δηλαδή, ακριβώς για ένα χρόνο. Την επόμενη Τρίτη 14 Οκτωβρίου στη θέση του “Γκαούρ Ταρζάν” ο Ρούτσος έριξε στην κυκλοφορία το βραχύβιο “Κουρσάρος”.

Ανάμεσα στις προωθητικές ενέργειες που εφάρμοσε ο Ν. Ρούτσος για να πάρει μερίδα κυκλοφορίας ήταν να... τυπώσει και πληθωριστικό χρήμα! Το αντίκρυσμά του ήταν φυσικά για εσωτερική κατανάλωση. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μάρκες βαθμολογίας των ταρζανικών οπαδών.
Αντίστοιχο τραπεζικό λογαριασμό είχαν και οι γκαουρικοί για να τους πληρώνουν με το ίδιο... νόμισμα!


Αλλά και φιγούρες του μπερντέ του θεάτρου σκιών, όπου θα έδινε και διαλόγους για να παιχτούν στις πολυάριθμες τότε αυλές των αθηναϊκών συνοικιών, επιστρατεύτηκαν στα τρικ που χρησιμοποίησε ο Ρούτσος για να προσελκύσει και να κρατήσει  μόνιμους αναγνώστες.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Αυτό που δεν είχε κατορθώσει στις δυο πρώτες  εκδόσεις του Γκαούρ-Ταρζάν, δηλαδή να ολοκληρώσει τους πέραν των εκατό προαναγγελθέντων τίτλων -όπου συμπτωματικά η μια έκδοση από την άλλη είχε μεγαλύτερη διάρκεια ζωής μόλις ένα μήνα-, το κατόρθωσε στη δεύτερη περίοδο της συνεργασίας του με την «Άγκυρα» του Απόλλωνα Παπαδημητρίου.
Είναι η τρίτη συνολικά περίοδος του περιοδικού.


Ο τίτλος του 1ου τεύχους της τρίτης περιόδου
είναι ουσιαστικά νοηματική παραλλαγή του
τίτλου της δεύτερης περιόδου. Ίσως για να
δείξει, πως όλα αρχίζουν πάλι από την αρχή.

Η 3η περίοδος του «Γκαούρ – Ταρζάν» άρχισε με το τεύχος «Μονομαχία Γιγάντων» την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 1959, επτά χρόνια και μια μέρα ακριβώς μετά τη διακοπή έκδοσης της δικής του εκδοτικής απόπειρας να εκδώσει το «Γκαούρ-Ταρζάν».  Από το universe της γκαουρο-ταρζανικής ζούγκλας κάποιο συνέχισαν και σε αυτήν την περίοδο, κάποιοι όχι, ενώ μπήκαν και νέα πρόσωπα σε δευτερεύοντες ρόλους.  Θα μπορούσε να πει κανένας ότι ούτε το ύφος γραφής άλλαξε, ούτε οι τίτλοι που σε αρκετές περιπτώσεις παρέπεμπαν σε επιστημονική φαντασία ή σπλάτερ θρίλλερ με αλλόκοτα τέρατα, ενώ εντοπίζονται και ανακυκλώσεις επεισοδίων από περιπέτειες των προηγουμένων κύκλων.. Την εικονογράφηση την ανέλαβαν διαδοχικά οι Ν. Νείρος (εξώφυλλο) και Θέμος Ανδρεόπουλος (εσωτερικές σελίδες), κατόπιν  Μποστ, Γλιάτας και Κουκάκης (με τον τελευταίο να κάνει και το εξώφυλλο.






Το τελευταίο τεύχος, όπου προαναγελλόταν
η συνέχιση των περιπετειών, μετά από... δυο
χρόνια!. Όταν θα ολοκληρωνόταν η επανεκ-
δοση  και των 112 τευχών, προς χάρη των
νέων αναγνωστών!
Απόπειρα αναθεωρημένης επανέκδοσης
έγινε, ωστόσο, "μετά 20 έτη"...

Από το τεύχος 100 άλλαξε θεαματικά η τυποποιημένη και αναγνωρίσιμη εμφάνιση του εξωφύλλου, όπως και το λογότυπο του τίτλου. Το «Γκαούρ» μπήκε με μεγάλα γράμματα στην πρώτη σειρά, ενώ το «Ταρζάν» στη δεύτερη,  με μικρότερα γράμματα. Φαίνεται, όμως ότι ούτε αυτό το τρικ έσωσε την κατάσταση. Μια  κατάσταση που είχε μπει σε τροχιά φθίνουσας κυκλοφορίας με συνέπεια το μικρότερο τιράζ, πράγμα που κάνει σήμερα τα δέκα τελευταία τεύχη να είναι συλλεκτικής σπανιότητας.
Το τελευταίο τεύχος κυκλοφόρησε στις 16 Νοεμβρίου 1961, όπου αναγγελλόταν η επανέκδοση της σειράς από την αρχή. Δεν είναι σίγουρο, αν ολοκληρώθηκε η επανέκδοση. Μάλλον όχι, αλλά πάντως κυκλοφόρησαν αρκετά νούμερα.
Ωστόσο, αυτό δεν ήταν το οριστικό τέλος.
Φτάνοντας στο 1981 γίνεται ξανά μια προσπάθεια αναβίωσης του παιδικού αυτού αναγνώσματος - θρύλου.
Ξεκινάει λοιπόν η 4η περίοδος  του περιοδικού, με συγγραφέα πάντα τον Ρούτσο. Η έκδοση έγινε από τον οίκο Χαρ. Α. Παπαδημητρίου. Πρόκειται ουσιαστικά για μια αναθεωρημένη απόπειρα επανέκδοσης της τρίτης περιόδου με οδηγία του εκδότη προς τον συγγραφέα να απαλύνει τις άγριες περιγραφές και να γίνει περισσότερο political correct σε θέματα οικολογίας… Οι ζούγκλες ξεψυχούσαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Η πρόθεση του εκδότη ήταν να στείλει μήνυμα ευαισθητοποίησης στα παιδιά-αναγνώστες του περιοδικού. Ομολογουμένως, όμως ο Ρούτσος δεν ήταν και ο πιο κατάλληλος, συνηθισμένος να εξολοθρεύει… γραπτώς σε κάθε τεύχος την ανεξάντλητη σε λιοντάρια, ελέφαντες, κροκοδείλους ακόμα και… τίγρεις αφρικανική πανίδα της καλπάζουσας φαντασίας του για να μην αναφερθούμε στα λογής-λογής εξωφρενικά τέρατα που έβαζε
 να κυκλοφορούν στα μονοπάτια της ζούγκλας.
Η σειρά, της οποίας την εικονογράφηση ανέλαβαν οι έμπειροι περί τα κόμικς και το παιδικό βιβλίο Άκης Αβαγιανός στο εξώφυλλο και ο Μιχάλης Βενετούλιας στις μέσα σελίδες, διακόπηκε πριν από το 30ο τεύχος, μάλλον από αδυναμία του Ρούτσου να συνεχίσει λόγω προβλημάτων υγείας. Άλλωστε, ο Νίκος Ρούτσος «έφυγε» τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς.
Αυτή ήταν σε συντομία  η ιστορία του «Γκαούρ – Ταρζάν» ενός περιοδικού που υπήρξε απ’ τα πλέον επιτυχημένα την εποχή που μεσουρανούσαν πολλά  παιδικά παραλογοτεχνικά αναγνώσματα.





ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΟΣ
 ΚΑΙ Ο ΠΕΡΙΓΥΡΟΣ
Ο γνωστός  Ταρζάν, ο άρχοντας της ζούγκλας, το δημιούργημα του  συγγραφέα Έντγκαρ Ράϊς Μπάρροους έδωσε την αρχική έμπνευση στον Ρούτσο. Έτσι ξεκίνησε  περιγράφοντας τις ηρωικές  περιπέτειες του στη ζούγκλα.
Πολύ σύντομα το ανάγνωσμα εμπλουτίστηκε με την εμφάνιση ενός νέου ήρωα, ελληνικής καταγωγής τη φορά αυτή: Του γιγαντόσωμου μελαψού Γκαούρ. Πατέρας του ήταν ένας λευκός, ατρόμητος έλληνας κυνηγός και μητέρα του μια μελαψή ιθαγενής απ’ τη φυλή των «απογόνων του Μεγαλέξανδρου».
Για το όνομα «Γκαούρ» ο Ρούτσος διευκρίνιζε ότι σε κάποια αφρικανική διάλεκτο σημαίνει «Κεραυνός». Συμπλήρωνε ανεπίσημα πως το όνομα είναι ηχομιμητικό του μεγαλόπρεπου λιονταρίσιου βρυχηθμού. Είτε με τη μία εκδοχή, είτε με την άλλη απαντούσε στα υπονοούμενα και στις σπόντες εκδοτικών ανταγωνιστών του που πολλές φορές παράφραζαν  το όνομα του έλληνα ήρωα σε «γκιαούρ», γνωστή απαξιωτική τουρκική λέξη που σημαίνει άπιστος, χαρακτηρισμός που απευθυνόταν με περιφρονητική διάθεση στους Ρωμιούς στον καιρό της Τουρκοκρατίας.   
Ο Ταρζάν βέβαια ήταν ήδη  πολύ γνωστός στο ευρύ κοινό απ’ τα βιβλία και κυρίως απ’ τις κινηματογραφικές ταινίες που εκείνα τα χρόνια σημείωναν πολύ μεγάλη επιτυχία.  Από τη στιγμή όμως που πρωτοπαρουσιάστηκε ο Γκαούρ, φάνηκε καθαρά η πρόθεση του Ρούτσου να τον εξυψώσει, υποβαθμίζοντας παράλληλα τον Άγγλο Ταρζάν, οι συμπατριώτες του οποίου δυνάστευαν τον Ελληνισμό της μαρτυρικής Κύπρου. Έτσι το δυνατό παλικάρι, ο γιος των Πιθήκων  που ξέραμε μέχρι τότε και που υπηρετούσε  το καλό και το δίκαιο, άλλαξε απότομα. Άρχισε λοιπόν να κάνει   «κακές πράξεις», να προδίδει φίλους και εχθρούς, να μηχανορραφεί κλπ. Το πράγμα  προχώρησε ακόμα περισσότερο: Ο Ρούτσος έφτασε  σε σημείο να του αποδώσει «διχασμό προσωπικότητας». Έτσι, κατά διαστήματα προέκυπτε ο κακός εαυτός του, ο Ναζράτ (αναγραμματισμός του Ταρζάν), που υποτίθετο πως ήταν υπεύθυνος για όλα τα κακά. Στο τέλος όμως  συνερχόταν και μετάνιωνε πικρά για όσα είχε κάνει. Τότε όλα τακτοποιούνταν και… μέλι – γάλα.
Σε αντίθεση με όλα αυτά, ο Γκαούρ παρουσιαζόταν σαν ατρόμητος, υπέρμαχος του δικαίου, γεμάτος καλοσύνη (που έφτανε μέχρι τα όρια της βλακείας). Ακόμα ήταν φανατικός πατριώτης: Λάτρευε στον υπέρτατο βαθμό την Ελλάδα, μια πατρίδα που ποτέ δεν είχε γνωρίσει. Σκοπός της ζωής του ήταν να μπορέσει κάποτε να βρεθεί εκεί. Το προγραμμάτιζε για το τεύχος 113 και τελευταίο της  δεύτερης περιόδου («Ο Γκαούρ στην Ελλάδα»). Είχε υψώσει τη γαλανόλευκη σημαία μας στην κορυφή ενός  «βραχώδικου βουνού», έξω από μια σπηλιά όπου είχε το σπίτι του.
Άλλα χαρακτηριστικά του Γκαούρ: Ήταν τρομερά δυνατός, περισσότερο και από τον Ταρζάν. Ήταν φιλότιμος, περήφανος και έξυπνος. Δεν μπορούσε να πει ποτέ ψέματα. Αγαπούσε τους ανθρώπους και τα ζώα. 
Δίπλα στον Ταρζάν υπήρχε η συντρόφισσά του, η γνωστή αγγλίδα γαλανομάτα Τζέϊν,  που όμως εδώ ο Ρούτσος  την παρουσίαζε σαν άτομο σατανικό,  με κακιά ψυχή. Μηχανορραφούσε συνεχώς, και ήταν κρυφά ερωτευμένη με τον Γκαούρ.
Αυτός όμως ήταν δοσμένος στην Ταταμπού, την όμορφη μελαψή συντρόφισσά του. Ελληνικής καταγωγής και αυτή, που ήταν το ακριβώς αντίθετο της Τζέϊν: Ήταν καλόκαρδη, γενναία και  γενικά είχε  όλα εκείνα τα προσόντα που εκτιμούσε ο Γκαούρ… Και περίσσια ομορφιά, που εκτιμούσαν οι αναγνώστες και επιθυμούσαν διακαώς οι κακοί του αναγνώσματος, γιατί, κακά τα ψέματα:  Ο «Γκαούρ Ταρζάν» αν και εθνικοπατριωτικό έντυπο, αν και για παιδιά προορισμένο έντυπο ήταν ασυνήθιστα τολμηρό για την εποχή του σε θέματα σεξ.
Εκτός απ’ τα δύο αυτά ζευγάρια των ηρώων που αποτελούσαν τους κύριους πρωταγωνιστές του αναγνώσματος, υπήρχε  ένα ακόμα ζευγάρι με διαφορετικό αλλά σημαντικό ρόλο στις ιστορίες.
Ήταν ο Ποκοπίκο και η Χουχού,  δυο πυγμαίοι ιθαγενείς, που αποτελούσαν την ελαφρά πινελιά: Δηλαδή, οι δύο αυτοί νάνοι με αστεία καμώματα, συνεχείς γκάφες και έξυπνα πειράγματα που εκστόμιζαν για όλους και για όλα διασκέδαζαν τους αναγνώστες, κάνοντάς τους να ηρεμούν και να ξεφεύγουν λίγο απ’ την μεγάλη ένταση που προκαλούσε η ασίγαστη δράση και οι συνεχιζόμενες μεταπτώσεις των περιπετειών. Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι οι δύο νάνοι (και ιδιαίτερα ο Ποκοπίκο) ήταν οι πραγματικοί πρωταγωνιστές,  τα πιο σημαντικά και αγαπημένα πρόσωπα απ’ όλους τους άλλους ήρωες.
Ο Ποκοπίκο ήταν ένα αστείο νεγράκι με φουσκωτή κοιλίτσα και τεράστιες πατούσες, που για όπλο είχε μια σκουριασμένη και σπασμένη χατζάρα. Κυκλοφορούσε καβάλα σε ένα ψωραλέο τριπόδαρο γάϊδαρο, τον Καθαρόαιμο.  Πόσοι αλήθεια δεν είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια απ’ τα έξυπνα καλαμπούρια που ξεστόμιζε συνέχεια ο όπως αποκαλούσε ο ίδιος τον εαυτό του «κυνηγός αγρίων κονίκλων» και «πτυχιούχος σφάχτης», «γόης φιδιών και γυναικών», «προστάτης κουτών και αδυνάτων» (και επειδή οι Ταρζάν και Γκαούρ μόνον αδύναμοι δεν ήταν, τους προστάτευε για τον άλλον λόγο, όπως συχνά έλεγε). Και αυτοσχέδιος στιχουργός ήταν που αυτοσυστηνόταν εμμέτρως: «Εγώ ‘μαι ο Ποκοπίκαρος της ζούγκλας παλικάρι, τραβάω τη χατζάρα μου κι ο χάρος όποιον πάρει
Και η «μαμζέλ Χουχού», η «μελιστάλακτη βεντέτα», η  «γόησσα που έκλεβε τις καρδιές όλων των αντρών», όπως έλεγε η ίδια για το άτομό της απαντώντας στον Ποκοπίκο αυτοσυστηνόμενη κι αυτή εμμέτρως: «Κι εγώ είμ’ η Χουχού, η πιο όμορφη απ’ όλας, με χάρες και με τσαχπινιές, με συγχωρείτε κι όλας
Θα αναφέρουμε  τους περισσότερους  ήρωες  που η –συχνή ή περιστασιακή εμφάνισή τους έδινε  ξεχωριστές πινελιές στο ανάγνωσμα.
Ο γοριλάνθρωπος Νταμπούχ, μισός άνθρωπος και μισός γορίλας. Συνήθιζε να μιλάει με «τρίλεκτα», δηλαδή με φράσεις που περιείχαν μόνο τρεις λέξεις. Ο ιδιόρρυθμος αυτός ήρωας ήταν κατά βάθος καλόκαρδος. Όμως  κάποτε ο φτερωτός θεός του έρωτα σημάδεψε την καρδιά του: Ερωτεύτηκε παράφορα την πανώρια Ταταμπού (και αυτός!), με έναν απελπισμένο έρωτα χωρίς αύριο. Πολύ συχνά την απήγαγε, και την πήγαινε στο τεράστιο δέντρο στο οποίο είχε την κατοικία του. Την ανέβαζε στα κλαδιά, ενώ αυτός καθόταν στο έδαφος, σαν άγρυπνος φρουρός, εγγυητής της ασφάλειάς της.
Ο άμοιρος Νταμπούχ  λοιπόν, θύμα της γοητείας της πανώριας  συντρόφισσας του Γκαούρ, δεν άντεξε. Σάλεψε το μυαλό του. Έτσι έγινε ο «τρελός γοριλάνθρωπος» που τριγύριζε αδιάκοπα στη ζούγκλα φωνάζοντας συνεχώς το όνομα της αγαπημένης του…   
Άλλος ένας ήρωας που κι’ αυτός είχε χτυπηθεί απ’ τα βέλη του έρωτα ήταν ο Μαξ Άρλαν, αμερικανός τυχοδιώκτης. Ήρθε κάποτε στη ζούγκλα για να κυνηγήσει λαθραία άγρια ζώα και τελικά έγινε μόνιμος κάτοικός της. Αυτός όμως είχε ερωτευτεί και τις δύο γόησσες, με τη σειρά…
Ο υπεργίγαντας Γιαχάμπα, ένας αράπης απαίσιος στην όψη και στην ψυχή. Μαζί με τη συμμορία του, μια παρέα μαύρων κακούργων, προκαλούσαν πολλές συμφορές στη ζούγκλα και μπελάδες στους «καλούς» ήρωές  μας. Και αυτός επίσης κατά καιρούς είχε αποπειραθεί να κάνει σκλάβα του πότε την Τζέϊν και πότε την Ταταμπού, αλλά πάντα ο Ταρζάν και ο Γκαούρ του χάλαγαν τα σχέδια…
Ήταν ακόμα ο τερατόμορφος Μποχάρ, ένα πλάσμα τρομαχτικό στην όψη. Ψηλός όσο δυο περίπου γιγαντόσωμοι άντρες μαζί, με ένα τεράστιο κεφάλι εντελώς δυσανάλογο με το υπόλοιπο σώμα του. Η δύναμή του ήταν εξωπραγματική και έσπερνε συχνά τον πανικό στους αθώους ιθαγενείς. Ο Γκαούρ και ο Ταρζάν δεν μπορούσαν βέβαια να τον αντιμετωπίσουν σε μια μάχη «σώμα με σώμα», αλλά κατάφερναν πάντα να βγαίνουν νικητές  χάρη στην εμπειρία και εξυπνάδα τους.
Άλλος ένας ήρωας με σημαντικό ρόλο ήταν ο Νάχρα - Ντου, ένας τερατόμορφος μονόφθαλμος μάγος με απεριόριστες υπερφυσικές ικανότητες. Ζούσε σε μια υπόγεια σπηλιά συντροφιά με σκορπιούς και φίδια. Είχε αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα: Άλλοτε πολεμούσε τους ήρωές μας και άλλοτε τους βοηθούσε ώστε να αντιμετωπίζουν τις μεγάλες συμφορές που κατά καιρούς απειλούσαν τη ζούγκλα.
Εκπρόσωπος του καλού ήταν η ιεραπόστολος Γιοχάνα, μια όμορφη λευκή κοπέλα που περιόδευε τη ζούγκλα διδάσκοντας στους ιθαγενείς τον λόγο του «αληθινού Θεού», ώστε να πάψουν να πιστεύουν πια στον θεό της ζούγκλας Κράουμπα, όπως έκαναν  μέχρι τότε…
Η καλή γριά  γιάτρισσα Χούχλα, που  με τα θαυματουργά βότανα και τις απέραντες γνώσεις της πάντα ήταν πρόθυμη να  θεραπεύσει  κάθε άρρωστο ή τραυματισμένο που ζητούσε τη βοήθειά της.. 
Η Τζέιν εικαστικά έφερνε πολύ προς τη βασίλισσα
της ζούγκλας, τη Σήνα, που εκείνη την εποχή ήταν
άγνωστη στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό.
Σποραδικές εμφανίσεις έκανε στη ζούγκλα και ο δόκτωρ Τζουκ, ένας κοντόχοντρος και αστείος στην όψη επιστήμονας, που έψαχνε για σπάνιες πεταλούδες τις οποίες μελετούσε,  συμπληρώνοντας παράλληλα την τεράστια συλλογή του. Ο Ποκοπίκο του είχε δώσει το παρατσούκλι  Κόντε Τζουτζούκος.   
Βάσει των όσων έχουμε ήδη αναφέρει, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως προκλήθηκε διαχωρισμός των αναγνωστών σε οπαδούς του Ταρζάν (ναι, υπήρχαν και αυτοί παρ’  ότι το παιχνίδι ήταν σαφώς στημένο) και του Γκαούρ.
Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθούμε στον γιο του Ταρζάν, τον διάδοχο της ζούγκλας  που όλοι τον φώναζαν «Μπέϊμπυ». Ήταν ένα προβληματικό παιδί, με κωμικούς τρόπους, που γελούσε με έναν πολύ αστείο τρόπο (χι-χι-χι)…Ο Μπέϊμπυ ήταν μια ακόμη προσπάθειας μείωσης του κύρους του Ταρζάν που προσπαθούσε να περάσει ο Ρούτσος στους αναγνώστες του στα πλαίσια της εξύψωσης του Γκαούρ. Φαίνεται όμως ότι οι «Ταρζανικοί» αναγνώστες δεν ήταν ευχαριστημένοι απ’ όλα αυτά. Έβλεπαν ότι ο Ταρζάν δεν είχε γιο αντάξιό του και πολλοί είχαν εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους. Έτσι ο κατά τα άλλα συνετός συγγραφέας έλαβε κάποτε το  μήνυμα. Και μεταμόρφωσε τον αστείο Μπέϊμπυ σε έναν όμορφο, έξυπνο, γενναίο και καλόκαρδο νεαρό άντρα. Πώς δικαιολογήθηκε όμως μια τέτοια τόσο ανατρεπτική αλλαγή;  Ο Μπέϊμπυ όταν ήταν μικρός είχε ζήσει κάποια τρομαχτική εμπειρία που του προκάλεσε ένα μεγάλο σοκ. Και ο οργανισμός του είχε αντιδράσει με τρόπο ώστε να δείχνει χαζός και καθυστερημένος. Κάποια στιγμή όμως του έτυχε  μια νέα εξίσου τρομαχτική εμπειρία. Και μετά το νέο αυτό σοκ επιτέλους συνήλθε.
Ο θεραπευμένος νεαρός άλλαξε πια ριζικά. Πέταξε τα άχρηστα πλέον γυαλιά του, άλλαξε στολή (δηλαδή μαγιό) και το ανάγνωσμα απέκτησε έναν ακόμα δυναμικό ήρωα. Άλλαξε φυσικά και όνομα: Από Μπέϊμπυ έγινε Κραγιαμπού, όπως αποφάσισε  ο νονός του. Ποιος ήταν αυτός; Μα… ο  φοβερός  Ποκοπίκο φυσικά!
Ας σημειωθεί ότι το Κραγιαμπού ήταν όνομα ιδιαίτερα αρεστό στον Ρούτσο. Το είχε χρησιμοποιήσει ξανά σε πολλά παραμύθια που κατά καιρούς έγραψε, καθώς και σε ένα παραμύθι που δόθηκε σε συνέχειες σε μερικά τεύχη της ίδιας έκδοσης…..
Ο μεταμορφωμένος Κραγιαμπού λοιπόν συμμετείχε πλέον ενεργά στις διάφορες περιπέτειες, με πολύ καλή μάλιστα απόδοση. Στη συνέχεια των τευχών της 3ης περιόδου μαθαίνουμε ότι κάποια στιγμή βρήκε και αυτός το ταίρι του στο πρόσωπο μιας πανέμορφης δεκατετράχρονης μιγάδας, της Βάντας,  που έγινε έτσι το νεότερο μέλος της παρέας μας.
………………………………………………………………………………………....
Όλοι αυτοί που  αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν οι κυριότεροι και πιο γνωστοί ήρωες των περιπετειών στη ζούγκλα που  κρατούσαν συντροφιά  στους πολλούς και φανατικούς αναγνώστες του επιτυχημένου  αυτού περιοδικού.
Υπήρξαν όμως και μερικοί ακόμα   που είχαν  σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις των ιστοριών μας,  δεν είναι όμως πολλοί αυτοί που τους θυμούνται, ίσως, επειδή η εμφάνισή τους δεν είχε μεγάλη διάρκεια.  Ποιοι ήταν αυτοί; Διαβάστε παρακάτω:
Στα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα της 2ης περιόδου του «Γκαούρ – Ταρζάν», ο Ρούτσος έκανε μια μεγάλη καινοτομία: Οι ιστορίες του ξέφυγαν απ’ τα αυστηρά πλαίσια των περιπετειών «ζούγκλας»: Μπήκαμε λοιπόν στα πλαίσια περιπετειών επιστημονικής φαντασίας! Έτσι, νέοι πρωταγωνιστές εμφανίστηκαν δίπλα στους παλιούς, αγαθούς και τίμιους ήρωες που γνωρίζαμε μέχρι τότε. Ήρωες ταγμένοι τόσο στην υπηρεσία του καλού, όσο και του κακού.
Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε περισσότερα στοιχεία για τη μορφή που πήραν πλέον οι ιστορίες που περιείχε το αγαπημένο των παιδιών περιοδικό. Γι αυτό θα πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή:
Κάποτε λοιπόν, οι συντρόφισσες του Ταρζάν και του Γκαούρ έφεραν στον κόσμο δυο χαριτωμένα και υγιέστατα μωρά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Έτσι ο Ταρζάν απέκτησε κόρη και ο Γκαούρ γιο. 
Ενώ όμως τα μωρά είναι ακόμα νεογέννητα, εμφανίζεται ένας τρελός επιστήμονας, ο Κραμπ. Φτάνει στη ζούγκλα οδηγώντας ένα παράξενο διαστημόπλοιο,  που έχει το σχήμα και τη μορφή ενός τεράστιου μεταλλικού ρομπότ. Αυτός λοιπόν ο νέος «κακός» ήρωας των ιστοριών μας,  απαγάγει τα δύο βρέφη. Τα μεταφέρει σε ένα άγνωστο, μακρινό και ερημικό νησί όπου είχε το καταφύγιό του, μαζί με το τέλεια εξοπλισμένο επιστημονικό εργαστήριό όπου έκανε τις μεγάλες εφευρέσεις του. Τους βαφτίζει  Θύελλα και Κεραυνό.
Απ’ το σημείο αυτό και μετά η πένα του Ρούτσου ξεπερνάει κάθε προηγούμενο: Η καλπάζουσα φαντασία του αναδεικνύεται σε όλο της το μεγαλείο!
Ο σοφός Κραμπ είναι κάτοχος τεραστίων γνώσεων πάνω σε κάθε ανθρώπινη επιστήμη.  Έτσι καταφέρνει  να μεγαλώσει ταχύτατα τα δυο μωρά, ώστε μέσα σε μερικές μόλις εβδομάδες  να γίνουν  18 ετών. Παράλληλα, με τα επιστημονικά μέσα
που διαθέτει τους μεταδίδει όλες τις απέραντες γνώσεις του πάνω σε όλους τους τομείς. Και όλα αυτά τα θαυμαστά γινόταν ενώ τα δυο παιδιά κοιμόνταν! Δηλαδή
κάτι σαν την γνωστή  «υπνοπαιδεία» που πιθανότατα   ο Ρούτσος άρχισε σε παγκόσμια πρώτη την  εφαρμογή της!
(οι τρεις αυτές εικόνες είναι από το αρχείο του Νίκου Ζωιόπουλου)
Τα δυο παιδιά γρήγορα  εξελίχθηκαν σε επιστήμονες πρώτης κατηγορίας: Οι εφευρέσεις τους είχαν αφήσει έκπληκτο τον Κραμπ, που αισθανόταν υπερήφανος για τα δημιουργήματά του.
Ο καιρός περνούσε και κάποτε ο γερασμένος Κραμπ ένιωσε ότι πλησίαζε το τέλος της ζωής του. Πριν λοιπόν πεθάνει, διηγήθηκε στον Κεραυνό και στην Θύελλα  ολόκληρη την ιστορία  τους, ομολογώντας παράλληλα  ποιοι είναι  οι γονείς τους και πως αυτοί βρίσκονται στη ζούγκλα. Έτσι, μετά τον θάνατο του Κραμπ τα δυο παιδιά ξεκίνησαν για τη ζούγκλα, πετώντας με το διαστημόπλοιο τους. Ένιωθαν πολύ ευτυχισμένοι και ήθελαν όσο πιο γρήγορα γινόταν να αντικρύσουν τους ανθρώπους που τους έφεραν στον κόσμο.
Μόλις όμως έγινε η πρώτη συνάντησή  τους, ο Ταρζάν, ο Γκαούρ και οι συντρόφισσές τους αντιμετώπισαν τους δυο νέους με μεγάλη καχυποψία: Δεν μπορούσαν να δεχτούν εύκολα το γεγονός ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκαν να έχουν δεκαοχτάχρονα παιδιά. Αργότερα δε, η καχυποψία αυτή μετατράπηκε σε ένα βαθύ μίσος.
Παρένθεση: Το επεισόδιο της πρώτης γνωριμίας του Κεραυνού και της Θύελλας με τους γονείς τους θα το διαβάσετε στο ολόκληρο τεύχος 31 της δεύτερης περιόδου, που έχει αναρτηθεί ταυτόχρονα στο blog  «Παραλογοτεχνίας Ανάγνωσμα». Κλείνει αυτή η παρένθεση, γιατί στο σημείο αυτό πρέπει να κάνουμε μια άλλη απαραίτητη ενημερωτική παρένθεση ώστε να γίνει απόλυτα κατανοητή η συμπεριφορά αυτή του Ταρζάν και των υπόλοιπων της παρέας.
Ας γυρίσουμε λοιπόν λίγο πίσω στον χρόνο.
Πριν ακόμα πεθάνει ο Κραμπ, είχε εμφανιστεί ο αντικαταστάτης του. Αυτός ήταν ο δόκτωρ Κράουζ. Επιστήμονας σοφός και αυτός, όμως στυγερός κακούργος, αποκαλούμενος «σκοτεινός άνθρωπος». Φιλοδοξία του ήταν να γίνει ο κυρίαρχος του κόσμου, να καταστρέψει τον γερασμένο πλανήτη μας και να γκρεμίσει απ’ τον θρόνο του τον ίδιο τον Θεό!
Ο κακούργος αυτός γνώριζε από παλιά τον Κραμπ. Τον θεωρούσε άμεσο ανταγωνιστή του και τον παρακολουθούσε στενά με την «συσκευή της τηλεόρασης» που είχε εφεύρει. Έτσι γνώριζε όλη την ιστορία με τα δυο μωρά που είχε απαγάγει ο Κραμπ, όπως και το τεχνητό μεγάλωμά τους στη συνέχεια. Ήταν λοιπόν γνώστης κάθε λεπτομέρειας. Όταν λοιπόν οι δύο νέοι ξεκίνησαν για τη ζούγκλα, αυτός πρόλαβε και μεταμφιεσμένος συνάντησε πρώτος τους γονείς τους, λέγοντας  ότι  αυτοί που θα έρθουν και θα τους πουν ότι τάχα είναι  παιδιά τους, είναι στην πραγματικότητα εκείνοι που απήγαγαν τα μωρά  και στη συνέχεια τα σκότωσαν ! Παρουσίασε δε και σαν αποδείξεις τα στρωσίδια τους που ο Κραμπ είχε κρατήσει στο νησί του. Έτσι βέβαια είναι απόλυτα δικαιολογημένη η αντίδραση των ηρώων μας στη ζούγκλα που μόλις είδαν τον Κεραυνό και τη Θύελλα όρμισαν να τους χτυπήσουν, φωνάζοντας «Κακούργοι, δολοφόνοι!»….
Μεσολάβησαν πάρα πολλά γεγονότα  μέχρις ότου αποκατασταθεί η αλήθεια και να λυθούν όλες οι παρεξηγήσεις. Στο τέλος βρέθηκαν όλοι αγαπημένοι και όλα έγιναν  μέλι – γάλα.   


...και όχι μόνο σε θέματα υπολανθάνοντος (;) ερωτισμού, αλλά και σε ότι είχε να κάνει με τα τερατόμορφα όντα, περιγραφές βιαίων σκηνών και απεικονίσεις ακόμα και ανθρωποφαγίας, όπως η παραπάνω με τον αποκρουστικό ανθρωποφάγο γίγαντα Μποχάρ.

....ή αλλόκοτα και φρικιαστικά γιγάντια τέρατα...
 Όπως λοιπόν είπαμε και παραπάνω, μπήκαμε πλέον  σε περιγραφές ιστοριών που ξέφευγαν εντελώς από τα αυστηρά πλαίσια των περιπετειών «ζούγκλας»  Έτσι διαβάζουμε περιπέτειες των νέων και παλιών ηρώων μας σε εντελώς ασυνήθιστα για το είδος του περιοδικού μέρη: Στο Λονδίνο, την Νέα Υόρκη, το Διάστημα, ακόμα και στον βυθό της θάλασσας. Επιστημονική φαντασία, μυστήριο, σε συνδυασμό με αστυνομικές περιπέτειες, που διήρκεσαν μέχρι το τεύχος 52, το τελευταίο δηλαδή της περιόδου αυτής.
Με όλα αυτά που αναφέραμε, μπορεί ο αναγνώστης να αποκτήσει μια εικόνα για το τι ακριβώς είχαν συμβεί στην «2η εποχή» του «Γκαούρ – Ταρζάν», και που δεν αναφέρθηκαν ξανά στην 3η περίοδο της έκδοσης που ακολούθησε,  όταν ο Ρούτσος συνεργάστηκε ξανά με τον Παπαδημητρίου. Ο Κεραυνός και η Θύελλα απουσίαζαν εντελώς. Οι κακοί,  τρελοί επιστήμονες έκαναν την εμφάνισή τους, τώρα όμως ο Κραμπ λεγόταν Ουράγκ (άσχετος αναγραμματισμός του Γκαούρ, καθώς δεν θέλει να συμβολίσει τίποτα), ενώ ο Κράουζ παρουσιάστηκε σαν κινέζος με το όνομα Τσεν  Χου. Ο ρόλος και των δύο ήταν τη φορά αυτή αρκετά υποβαθμισμένος.
Μέχρι το τεύχος 110 της τρίτης περιόδου οι ιστορίες βασίστηκαν κυρίως στα παλιά κείμενα του Ρούτσου, που είχαν φυσικά υποστεί σημαντικές τροποποιήσεις. Τα δύο τελευταίο (111 και 112) ήταν διασκευή  παλιών περιπετειών, απ’ τον καιρό της πρώτης περιόδου όταν το περιοδικό είχε ακόμα τίτλο «ΤΑΡΖΑΝ», δηλαδή πριν εμφανισθούν στη ζούγκλα ο Γκαούρ, η Ταταμπού και η Τζέϊν. Και όσον αφορά στους δυο πρώτους έκαναν μια «στιγμιαία» εμφάνιση στο τεύχος 111, ενώ η απουσία τους  από την δράση του τεύχους 112 δικαιολογήθηκε με το ότι όταν ο Ταρζάν πήγε στο βραχώδικο βουνό για να ζητήσει την βοήθειά του  βρήκε τον Γκαούρ βαριά άρρωστο και την Ταταμπού να τον περιποιείται, και συνεπώς δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν στην συγκεκριμένη περιπέτεια. Έτσι αναγκάστηκε να δράσει ολομόναχος. Στο ίδιο τεύχος αναφέρεται ότι η Τζέϊν είχε πια φύγει οριστικά απ’ τη ζούγκλα: Πήγε στο μεγάλο λιμάνι, μπήκε σε ένα καράβι και γύρισε στην πατρίδα της την Αγγλία.
Η 4η περίοδος τέλος, με τα 22 τεύχη που πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν, δεν πρόσθεσε τίποτα ουσιαστικά νέο στην υπόθεση του σημαντικού αυτού παιδικού περιοδικού: Οι τίτλοι και τα κείμενα των περιπετειών ήταν ακριβώς ίδια με εκείνα της  τρίτης περιόδου. Πάντως πρέπει να αναφερθούμε ξανά στα πολύ ποιοτικά σκίτσα του Αβαγιανού που κοσμούσαν τα εξώφυλλα και του Βενετούλια τις μέσα σελίδες. 

Ο ΝΙΚΟΣ Β. ΡΟΥΤΣΟΣ  ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Γυρίζουμε πίσω τον χρόνο, για να ερευνήσουμε τι ακριβώς συνέβαινε στον τομέα των εκδόσεων παιδικών παραλογοτεχνικών περιοδικών την δεκαετία του 50: Ο  Ρούτσος κυκλοφορεί  μόνος του από τις 15 Οκτωβρίου 1951 την 2η περίοδο του «Γκαούρ – Ταρζάν», έκδοση που θα διαρκέσει μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του 1952, όπως είπαμε και στην αρχή. Είναι πια το μοναδικό έντυπο περιπετειών «ζούγκλας», αφού  τα ανταγωνιστικά έντυπα (ο Ταρζάν του Περατζάκη) δεν μπόρεσαν να αντέξουν και έκλεισαν. Η κυκλοφορία του είναι απόλυτα ικανοποιητική.

Μια αρκετά ακαταλαβίστικη ανακοίνωση εμφανίστηκε στις σελίδες του τεύχος 31 της πρώτης περιόδου που ανάγγελνε την έκδοση τοπυ περιοδικού δυο φορές την εβδομάδα. Δεν είναι γνωστό, αν τούτο έγινε έστω και μια φορά,  δεδομένου ότι οι ημερομηνίεςέως το τέος της έκδοσης  κυκλοφορίας δείχνουν εβδομαδιαία κυκλοφορία. Το ανάγνωσμα, πάντως μειώθηκε σε όφελος άλλων αναγνωσμάτων, που δεν τα έγραφε ο Ρούτσος.


Ούτε το βιβλίο αυτό είναι γνωστό αν κυκλοφόρησε ποτέ. Πάντως είχε ζητηθεί από τυς αναγνώστες να προεγγραφούν (χωρίς, πάντως να προπληρώσουν) για να υπολογιστεί το τιράζ. Φαίνεται πως δεν προεγράφησαν πολλοί.

Η «αντίπαλη» εταιρεία των Γεωργιάδη – Ανεμοδουρά εκδίδει ήδη από τα μέσα του 1951 τον «Υπεράνθρωπο», εβδομαδιαία τεύχη περιπετειών επιστημονικής φαντασίας.   
 Το περιοδικό, σε κείμενα Θάνου Αστρίτη (Ανεμοδουρά) και εικονογράφηση Β. Απτόσογλου, πρόσφερε στους αναγνώστες του δυναμικές περιπέτειες μιας παρέας υπερηρώων made in Greece. Επικεφαλής της ομάδας ο  εξωγήινος Τζιμ Κλαρκ, κατά κόσμον δημοσιογράφος μεγάλης Νεοϋορκέζικης εφημερίδας, που αποτελούσε το alter ego του Υπεράνθρωπου. Ο ήρωας ήταν προικισμένος με τεράστια δύναμη, υπερφυσική αντοχή, και επιπλέον πετούσε με τρομακτική ταχύτητα.
Όλα αυτά βέβαια παραπέμπουν ευθέως στον διεθνώς γνωστό Superman του ομότιτλου αμερικάνικου κόμικ, εμφανισιακά όμως ο ήρωας αυτός ήταν καθαρή κλωνοποίηση του τότε λιγότερο γνωστού απ’ τα αμερικάνικα κόμικ Κάπτεν Μάρβελ.
Σύντροφοι και συναγωνιστές του ήρωα ήταν: Ο  Ελ Γκρέκο, έλληνας που ζούσε και εργαζόταν στην αμερική, επιστήμονας με σπάνιο εγκέφαλο, και που  παντρεύτηκε την κόρη του Αστραπή.  Υπήρχε επίσης ο γιός του Κεραυνός. Στην ομάδα προστέθηκαν αργότερα και τα εγγόνια του, Υπερέλληνας και Σιμούν. (Εδώ φαίνεται  καθαρά η αντίθεση με τον Superman που είναι πάντα μόνος, καθώς και η ομοιότητα με τον Captαιn Marvel που κι’ αυτός έχει οικογένεια). Υπήρχαν φυσικά και οι αστείοι της παρέας, με πρώτο και καλύτερο τον σούπερ νάνο Κοντοστούπη.
Οι αναγνώστες λοιπόν διάβαζαν ιστορίες επιστημονικής φαντασίας στις οποίες ο Υπεράνθρωπος και η παρέα του αντιμετώπιζαν φοβερούς και τρομερούς εχθρούς της ανθρωπότητας, γήινής ή εξωγήινης προέλευσης, που όλοι τους ήθελαν να υποδουλώσουν ή να καταστρέψουν τον ταλαίπωρο πλανήτη μας.
Ο Υπεράνθρωπος έβγαινε στα περίπτερα κάθε Τρίτη,  όπως και ο Γκαούρ- Ταρζάν. Δεν μπόρεσε βέβαια να γίνει σοβαρά επικίνδυνος ανταγωνιστής του, όμως είχε το δικό του φανατικό κοινό.
Πολλά παιδιά της εποχής προσπαθούσαν να παρακολουθούν και τα δύο περιοδικά, πράγμα που αρκετές φορές κατάφερναν, κυρίως μέσω δανεισμού. Η μετεμφυλιακή Ελλάδα ήταν τόσο φτωχή, που οι 2.000 δραχμές (δηλαδή 2 δρχ.) που κόστιζε κάθε τεύχος ήταν απαγορευτικό ποσό. Οι περισσότεροι γονείς δεν μπορούσαν να χαρτζιλικώνουν τα παιδιά τους ώστε να αγοράζουν δύο περιοδικά αντί για ένα. 
Ο Ρούτσος πάντως παρακολουθούσε όλα όσα γίνονταν τριγύρω. Όντας  ικανός να αποδίδει εξίσου καλά σε πολλούς συγγραφικούς τομείς, για να θωρακίσει ακόμα περισσότερο την άμυνά του, εμπλούτισε την ύλη του με περιπέτειες  επιστημονικής φαντασίας,  σε συνδυασμό πάντα με τις μόνιμες και σίγουρα πιο οικείες ιστορίες ζούγκλας. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι αναγνώστες του μπορούσαν να ικανοποιήσουν τα όποια επί πλέον  ενδιαφέροντα είχαν διαβάζοντας  μόνο ένα περιοδικό, το δικό του. Έτσι εμπόδιζε όλους εκείνους που ενδεχόμενα είχαν  σκεφτεί να «αλλαξοπιστήσουν» προσχωρώντας στο άλλο στρατόπεδο.
Ο Ρούτσος λοιπόν, με την εμφάνιση των τρελών κακούργων επιστημόνων Κραμπ και Κράουζ και κυρίως με την επινόηση του Κεραυνού και της Θύελλας (παιδιά των Γκαούρ και Ταρζάν αντίστοιχα) που ήταν και αυτοί σοφοί επιστήμονες μεγάλου βεληνεκούς (αντάξιοι αντίπαλοι του Ελ Γκρέκο του «Υπερανθρώπου»), άρχισε να προσφέρει στους αναγνώστες του πρωτόγνωρες γι’ αυτούς ιστορίες με μεγάλο ενδιαφέρον. Έτσι ενώ ο «πόλεμος» συνεχιζόταν, αυτή η μάχη κερδίστηκε.
Η επόμενη «επίθεση» των Ανεμοδουρά – Γεωργιάδη στον Ρούτσο έγινε την Πέμπτη 3 Ιουλίου 1952, όταν κυκλοφόρησε ένα νέο περιοδικό με περιπέτειες ζούγκλας με το όνομα «Τάργκα, το ατρόμητο ελληνόπουλο». Ο ήρωας και εδώ ήταν βέβαια (τί άλλο;) ελληνικής καταγωγής. Ήταν περίπου 20 χρονών. Με την συντρόφισσά του, την πανέμορφη και ιδιαίτερα καλλίγραμμη Μαλόα και τον αστείο βοηθό του Ατσίδα πολεμούσαν όλα όσα πολεμάει κάθε παρόμοιος ήρωας που σέβεται τον εαυτό του: Τους κάθε είδους και μορφής εχθρούς του καλού και υπηρέτες του κακού, απ’ όπου και αν αυτό προέρχεται. Και μεταξύ των τόσων άλλων τρομερών βρέθηκε αντιμέτωπος με μια ομάδα Γερμανών Ναζί που δρούσαν στη ζούγκλα και είχαν επικεφαλής τον σκληρό, ανελέητο κακούργο Ζανούρ. Και όπως έδειξαν οι μετέπειτα εκδοτικές εξελίξεις, ο Ανεμοδουράς προετοίμαζε από τότε το έδαφος για τον επερχόμενο Μικρό Ήρωα που κυκλοφόρησε αργότερα. Αυτό δηλώνει και το γεγονός ότι σε μια συναρπαστική περιπέτειά του ο Τάργκα κατάφερε να εμποδίσει τους Ναζί να εκτοξεύσουν ρουκέτες από το κρυφό τους αεροδρόμιο στη ζούγκλα και να καταστρέψουν το Λονδίνο, το Παρίσι και την Αθήνα. Πώς το έκανε; Έκλεψε ένα γερμανικό τανκ και οδηγώντας το ο ίδιος (!) εξόντωσε τους Γερμανούς, και παράλληλα κατάστρεψε το αεροδρόμιο. (Μια εντελώς παρόμοιας δράσης περιπέτεια έγραψε αρκετό χρόνο μετά ο Ανεμοδουράς για τον Μικρό Ήρωα στα ίδια περίπου εξωτικά μέρη, που κι αυτός εξόντωσε Γερμανούς και κατάστρεψε το κρυφό τους αεροδρόμιο κλπ).
Με το όνομα Τάργκα είχε κυκλοφορήσει στην Γαλλία το 1947 ένα κόμικ ζούγκλας, που δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με το ελληνικό πνευματικό παιδί του Ανεμοδουρά. Το κόμικ αυτό είχε βγάλει 39 τεύχη. Στην Ελλάδα βέβαια ήταν παντελώς άγνωστο και ελάχιστοι ήταν αυτοί που έμαθαν κάτι σχετικό.
Ο Ανεμοδουράς φαίνεται ότι εμπνεύστηκε απ’ το περιοδικό αυτό τον τίτλο του δικού του. Ο Ρούτσος όμως, στα πλαίσια της αντιπαράθεσης που υπήρχε μεταξύ τους ισχυρίστηκε ότι το όνομα Τάργκα προερχόταν απ’ τη συνένωση των δύο πρώτων συλλαβών των δικών του ηρώων: Ταρ (ζαν) Γκα (ουρ), ενώ με την ίδια λογική βρέθηκε και η προέλευση του ονόματος του εγκληματία Ζανούρ, που έβγαινε απ’ την συνένωση των  δεύτερων συλλαβών των ονομάτων των ίδιων ηρώων(Ταρ) Ζαν – (Γκα) Ουρ !   Τυχαίο; Δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ. Ποιος μπορεί να ξέρει τώρα πια…
Ο «Τάργκα»  έκανε μόνο 22 τεύχη και για περισσότερες πληροφορίες για τον «Τάργκα» στην παλιά ανάρτησή του «Δεινοθήσαυρου» κάτω από την ετικέτα»Παιδικά περιοδικά».
 Ο Γκαούρ – Ταρζάν συνέχισε την έκδοση της 2ης περιόδου μέχρι το τεύχος 52.

Εκδοθέντα και προαναγγελθέντα τεύχη της δεύτερης περιόδου. Από το 53 και μετά, ας ασκήσει ο αναγνώστης τη φαντασία του για το περιεχόμενο του τεύχους.

και τα 104 από τα 112 τεύχη της τρίτης περιόδου.που δημοσιέυόταν στο τελευταίο τεύχος.. Ίσως να είναι η μοναδική φορά που κατάλογος τευχών του Ρούτσου περιλαμβάνει λιγότερα τεύχη από όσα έχουν εκδοθεί. Συνήθως γινόταν το αντίθετο.
 Μετά σταμάτησε και αυτός, χωρίς ωστόσο αυτό να οφείλεται αποκλειστικά στην μείωση της κυκλοφορίας του, αλλά και σε άλλους, πολλούς και διάφορους λόγους. Έτσι εκεί που η πλάστιγγα έγερνε υπέρ του Ρούτσου,  στον ορίζοντα έμεινε μόνο ο Ανεμοδουράς, ο οποίος και τελικά θριάμβευσε μετά την κυκλοφορία του Μικρού Ήρωα στις αρχές  του 1953. 

Εικονογράφηση: από το αρχείο τευχών Γιώργου Βλάχου.